επιτρεπτικός

-ή, -ό (Α ἐπιτρεπτικός, -ή, -όν) [επιτρέπω]
αυτός που επιτρέπει κάτι, που προτρέπει, παρακινεί («ὁ μὴ προσέχων λόγοις ἐπιτρεπτικοῑς καὶ παιδευτικοῑς», Ωριγ.)
νεοελλ.
(νομ.) «επιτρεπτικό δίκαιο» — το σύνολο τών κανόνων τού ιδιωτικού δικαίου που μπορούν να μεταβάλλουν κατά το συμφέρον τους οι συμβαλλόμενοι με ιδιαίτερες συμφωνίες
αρχ.
ενθαρρυντικός, παρακελευσματικος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιτρεπτικά — ἐπιτρεπτικός hortatory neut nom/voc/acc pl ἐπιτρεπτικά̱ , ἐπιτρεπτικός hortatory fem nom/voc/acc dual ἐπιτρεπτικά̱ , ἐπιτρεπτικός hortatory fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρεπτικόν — ἐπιτρεπτικός hortatory masc acc sg ἐπιτρεπτικός hortatory neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρεπτικοί — ἐπιτρεπτικός hortatory masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρεπτικήν — ἐπιτρεπτικός hortatory fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιτρεπτικῶς — ἐπιτρεπτικός hortatory adverbial …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.